ΕΝΑΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΟΥ ΧΤΕΣ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ , ΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΖΕΙ Η ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΗ, ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΕ: ΣΤΟ ΖΩΟΛΟΓΙΚΟ ΚΗΠΟ ΚΥΡΙΑ ΖΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΕΙΣ……

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑΝ ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ…..

«ΤΟ ΜΑΤΡΙΞ ΤΩΝ ΖΩΩΝ»

Η Νάντια, η μικρή καμηλοπάρδαλη, ζούσε ήσυχη κι αμέριμνη στο ζωολογικό πάρκο μαζί με τη μαμά της τη Λίτσα.
Κάθε πρωί,ξυπνούσαν με την ανατολή του ήλιου και περίμεναν τον Φώτη, τον επιστάτη, για να ανοίξει την μεγάλη συρμάτινη πόρτα.
Την Λίτσα την έφεραν από τη σαβάνα όταν ήταν πολύ μικρή αλλά η Νάντια είχε γεννηθεί στον ζωολογικό κήπο.

Όλη την ημέρα έκαναν βόλτα στο δασάκι, μασουλώντας τις κορφάδες από τα δέντρα και τους θάμνους και το απόγευμα,
ο Φώτης τις καλούσε με τη σφυρίχτρα του κι εκείνες πήγαιναν πρόθυμα κοντά του και τις έκλεινε μέσα σ’ ένα χώρο φραγμένο με ψηλό, δυνατό συρματόπλεγμα και κάθε πρωί τις άνοιγε για να βγουν ξανά στον κήπο με τους θάμνους και τα δέντρα.
Στο διπλανό συρμάτινο κλουβί, 2 μαϊμουδίτσες, η Φρόσω και η Καίτη, έκαναν συνεχώς φασαρία για να σπάσουν τη μονοτονία και τη βαρεμάρα τους.

Ο Φώτης τους έφερνε κάθε μέρα μπανάνες κι άλλα φρούτα και λαχανικά κι εκείνες για να του δείξουν την ευγνωμοσύνη τους, τον αγκάλιαζαν και του χτύπαγαν την πλάτη φιλικά.
Τέσσερις ελέφαντες πλατσούριζαν στα νερά της λιμνούλας και πετούσαν το νερό με τις προβοσκίδες τους.
Όλα φάνταζαν ήσυχα κι ωραία ως τη μέρα που έφτασε στο πάρκο μια νέα, μικρή καμηλοπάρδαλη, που την ονόμασαν Φώφη.

Δυσκολεύτηκαν πολύ οι άνθρωποι του πάρκου να τη βάλουν στο μεγάλο συρμάτινο κλουβί της γιατί η Φώφη αντιδρούσε κι έψαχνε να βρει διέξοδο να φύγει. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένη από την προσπάθεια, λύγισε τα μπροστινά της γόνατα και μαζεύτηκε σε μια γωνιά.

Η Νάντια βρήκε το θάρρος να πάει κοντά της και σε λίγο πλησίασαν όσο μπορούσαν και τα άλλα ζώα.
-« Γεια σου. Μα γιατί φέρεσαι τόσο παράξενα;» Ρώτησε η Νάντια.
Η Φώφη την κοίταξε παραξενεμένη και με μεγάλη απορία.
-« Τί εννοείς;;; Θα έπρεπε να είμαι και χαρούμενη; Μήπως να τρέχω και να πηδάω από τη χαρά μου; Τι γελοίο μέρος είναι αυτό; Θέλω να γυρίσω πίσω στη σαβάνα μου!!!» είπε η μικρή καμηλοπάρδαλη κι άρχισε να κλαίει από την απόγνωση της.
-«Τί είναι η σαβάνα;» ρώτησε ο Ρούλης, ο ελεφαντάκος…
-«Αλήθεια δεν γνωρίζεις τί είναι η σαβάνα;;; Μα που ζούσες πριν σε φέρουν οι άνθρωποι σ’αυτό το απαίσιο μέρος;;;»
-«Δεν ζούσα κάπου αλλού…εδώ γεννήθηκα.»

-«Τί εννοείς εδώ γεννήθηκες; Είσαι ελέφαντας και το φυσικό σου περιβάλλον είναι η σαβάνα κι όχι ένα κλουβί και μια ψεύτικη λίμνη. Αλήθεια, όλοι σας γεννηθήκατε εδώ;»
-« Όλοι εκτός από εμένα που ήρθα εδώ όταν ήμουν μικρή, είπε η Λίτσα. Θυμάμαι μόνον πως με πήραν από τη μαμά μου κι εγώ έκλαιγα και την αναζητούσα. Όμως κι εδώ δεν είναι άσχημα. Οι άνθρωποι μας προσέχουν και μας φροντίζουν…νοιάζονται για εμάς.»

-« Σίγουρα δεν ξέρεις τι λες, είπε η Φώφη, οι άνθρωποι είναι αυτοί που πήραν τους γονείς σας από τη σαβάνα, με το ζόρι και με πολλά χτυπήματα. Τους έδεσαν τα πόδια και τους μετέφεραν σε μεγάλα απαίσια κλουβιά και τους φυλάκισαν για μια ολόκληρη ζωή σ’ αυτό το μικρό πάρκο, στερώντας τους την ελευθερία τους για πάντα. Κι εσείς που γεννηθήκατε εδώ, θα πρέπει να είστε πολύ δυστυχισμένοι, καημενούλια μου.»

-« Κάνε μας τη χάρη, δεν είμαστε καθόλου δυστυχισμένοι, έχουμε τροφή, φροντίδα, φίλους να παίζουμε…μέχρι και τα νύχια μας λιμάρουν οι άνθρωποι…τόσο καλοί είναι μαζί μας!!!» είπε ο Ρούλης ο ελέφαντας.
-« Κι εμάς, δεν μας λείπουν καθόλου οι μπανάνες και τα μήλα» πρόσθεσε η μικρή μαϊμουδίτσα.
-« Τα λέτε αυτά γιατί δεν θυμάστε καθόλου και δεν γνωρίσατε την ελευθερία και την ομορφιά της σαβάνας…

Δεν θαυμάσατε σιωπηλά το πανέμορφο, χρωματιστό ηλιοβασίλεμα στο βάθος του ορίζοντα!
Ούτε τρέξατε χιλιόμετρα, ανάμεσα στους θάμνους και τα όμορφα δέντρα. Η νοστιμιά των κορφάδων τους δεν υπάρχει πουθενά εδώ. Εδώ, τα δέντρα που μασουλάτε είναι άρρωστα, άνοστα, σχεδόν πεθαμένα. Και το νερό… βρωμάει, το ίδιο κι ο αέρας…
Στη σαβάνα, λάμπουν τα φύλλα στον ήλιο και τα νερά στα ποταμάκια και στις λίμνες,όταν βρέχει, είναι ό,τι πιο ωραίο για να βλέπεις τους ελέφαντες να παίζουν…πολλοί ελέφαντες, μικροί και μεγάλοι.

Ακόμα κι ο αέρας, φυσάει διαφορετικά εκεί.
Και δεν μένεις ποτέ στο ίδιο μέρος για να βαρεθείς και πουθενά δεν είναι όλα ίδια.
Το πιο σπουδαίο, είσαι ελεύθερος να μείνεις ή να φύγεις, να ερωτευτείς όποτε θέλεις, να παίξεις με άλλα ζώα.
Και δεν κοιμάσαι ποτέ σε κλουβί…Τί αηδίες είναι αυτές;;;
Δεν είμαστε αξιοθέατα για να μας κοιτάζουν οι άνθρωποι και να μας παρατηρούν…Μα πως δεν θυμώνετε;;;

Μας έχουν φυλακίσει όλους για να περνάνε την ώρα τους κοιτώντας μας και να μας φωτογραφίζουν…κάτι που εμείς δεν θα σκεφτόμασταν ποτέ να κάνουμε σ’αυτούς, να τους κλείσουμε δηλαδή σε κλουβιά και να τους κοιτάμε.»
-« Οι άνθρωποι είναι φίλοι μας…»
-« Οι άνθρωποι είναι αυτοί που μας πήραν από το φυσικό μας περιβάλλον και μας φυλάκισαν…και το χειρότερο είναι αυτό που έκαναν σε εσάς… Δεν σας άφησαν να ζήσετε ελεύθερα και να γνωρίσετε την ομορφιά της φύσης σας!!! Πόσο σας λυπάμαι…

Ελάτε…αν όλοι δείξουμε στους ανθρώπους πόσο δυστυχισμένοι είμαστε μακριά από τη σαβάνα…ίσως μας γυρίσουν πίσω. Μα δεν μπορώ μόνη μου να διαμαρτύρομαι…Όλοι μαζί θα έχει άλλη δύναμη! Τί λέτε;;;»
-« Δεν καταλαβαίνουμε αυτά που μας λες…εμείς περνάμε καλά εδώ…Σε λίγο ο Φώτης θα μας ταϊσει και θα κλείσει τις πόρτες…Ώρα για ύπνο…Αύριο, οι κορφάδες μας περιμένουν και οι άνθρωποι θα έρθουν να μας φωτογραφίσουν…Αυτά που λες είναι ανόητα…Ξέχασε αυτή την σαβάνα κι έλα μαζί μας αύριο!»
Η Φώφη, έσκυψε το κεφάλι της κι έκλαψε πικρά…

«Δεν υπάρχει χειρότερο από το να σου κλέψουν τις μνήμες σου…δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω πια είμαι…πού γεννήθηκα και πως μεγάλωσα …δεν θέλω να ξεχάσω τους προγόνους και τους φίλους μου στη σαβάνα…
Κι ακόμα…δε θέλω ποτέ να νομίσω για φίλο μου αυτόν που μου προκάλεσε όλα αυτά και μου πήρε όσα είχα …»

Μ’αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε η μικρή καμηλοπάρδαλη, ελπίζοντας πως θα ονειρευόταν το ηλιοβασίλεμα στη σαβάνα!!!
Κι ορκίστηκε πως κάθε μέρα θα μιλάει στους φίλους της για όσα είδε και γνώρισε ώστε να μην τα ξεχάσει ποτέ και να τους ξυπνήσει την θέληση να ζήσουν κι αυτοί ελεύθεροι….

Αφροδίτη Καρανίκου