«Σ’ εκείνους λοιπόν τους καιρούς ,όπου το άδικο βασίλευε παντού και είχε κυριέψει τον κόσμο, ζούσε ένας ήσυχος άνθρωπος με την οικογένεια του. Είχε έναν κήπο και καλλιεργούσε τα λαχανικά του, ένα μικρό περιβόλι που του έδινε τα φρούτα του κι ένα κοτέτσι με τις κοτούλες του.

Κάθε μέρα ο ήσυχος άνθρωπος μάζευε τα λαχανικά του και μαγείρευε το φαγητό του.
Ξαφνικά , εμφανίστηκε ένα τρομακτικό θηρίο, που έδειχνε τα δόντια του και φοβερίζοντας τον ήσυχο άνθρωπο, του έπαιρνε το φαγητό του, αφήνοντας του μόνον ένα πιάτο.
«Μα δεν μου φτάνει, φώναζε εκείνος, ποιον να πρωτοταΐσω από ένα πιάτο, έχω τρία παιδιά και τη γυναίκα μου.
Το θηρίο όμως, ούτε που νοιαζόταν για το αν πεινούσε αυτός και η οικογένεια του. Ήθελε μόνον να παίρνει κι αυτό έκανε.

Ο ήσυχος άνθρωπος ήταν πολύ απογοητευμένος, γιατί δούλευε όλη μέρα, κουραζόταν και στο τέλος όλα τα έπαιρνε το θηρίο , χωρίς καν να τον ρωτήσει.
Μια μέρα , ο γείτονας του του λέει:« Ξέρω τον τρόπο με τον οποίο θα απαλλαγούμε μια και καλή από το θηρίο. Ξέρω τί πρέπει να κάνουμε , αλλά για να πετύχει θα πρέπει να είμαστε ενωμένοι και να ρθεις μαζί μου να σου δείξω τις αποδείξεις για το πόσο αδύναμο και ψεύτικο είναι αυτό το τέρας που σου δείχνει τα δόντια του κι έχεις κατατρομάξει »

Ο ήσυχος άνθρωπος όμως, είχε συνηθίσει να δίνει πλέον μόνος του την κατσαρόλα με το φαϊ του στο θηρίο….
Είχε συνηθίσει να βλέπει τα παιδιά του να πεινάνε και η στέρηση είχε γίνει πιστή του σύντροφος…

Ο φόβος δεν τον άφηνε καν να σκεφτεί την πιθανότητα να πολεμήσει το θηρίο κι έτσι αποφάσισε να πολεμήσει τον γείτονα του . Του έσπαζε τα τζάμια από το γραφείο που έστηνε και μέσα είχε όλες τις αποδείξεις για να πολεμήσει το θηρίο, τον χλεύαζε και τον κορόιδευε με κάθε πρώτη ευκαιρία και πολλές φορές έπαιρνε το μέρος του θηρίου και αντί να υπερασπίζεται και να προστατεύει τον γείτονα του , ο οποίος μαχόταν να το εξοντώσει, τον τράβαγε και τον έσπρωχνε κατευθείαν σ’ εκείνο…..»

Κι έμεινε σαν παραμύθι ο ήσυχος και φοβητσιάρης άνθρωπος , που πλήρωνε τους φόρους ακόμη κι όταν έμαθε πως είναι παράνομοι , που έτρεχε να κόψει το νερό και το ρεύμα των συμπολιτών του και τους κατηγορούσε πως έκαναν ζημιά στο κράτος που δεν πλήρωναν.
Τα παιδιά του έφυγαν στο εξωτερικό να βρουν δουλειά, μα εκείνος συνέχιζε πιστά να πληρώνει και να διαιωνίζει το κομματικό καθεστώς γιατί ήταν κομμάτι της ζωής και των συνηθειών του…..

Γιατί έμοιαζε σαν να είχε σταματήσει και κολλήσει η ζωή του στον βούρκο , όπως κολλάει το cd και δεν πάει παρακάτω…..
Γιατί ήταν ο ήσυχος , φοβιτσιάρης που φρόντιζε να ταϊζει το θηρίο , ώσπου εκείνο έγινε τόσο αδηφάγο που τον κατάπιε μια μέρα ζωντανό…..τον ήσυχο καημένο ανθρωπάκο…..

Α.Κ.