NICOLAS – ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ…

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ

Το ταλέντο του στην ξυλογλυπτική το είχε δείξει από μικρός ο Νικόλας . Άγγιζε το ξύλο και ηρεμούσε το πρόσωπό του, γαλήνευε η έκφρασή του και μπορούσε να περάσει ώρες να επεξεργάζεται την αγαπημένη του ύλη.
Ονειρευόταν να αποκτήσει κάποτε το δικό του μαγαζί , να προμηθεύεται τα ξύλα και με τη φαντασία του να δημιουργεί τα πιο όμορφα και μοναδικά έπιπλα.
Ακόμη και γι αυτό έπρεπε να δηλώσει τη σχετική σχολή κι αν τα πήγαινε καλά στις πανελλήνιες, να σπουδάσει το αντικείμενό του.΄
Δεν ήταν τόσο απλά τα πράγματα όμως για τον Νικόλα.
Οι γονείς του είχαν πάντα τον πρώτο λόγο στη ζωή του και
είχαν διαφορετικά σχέδια για το γιο τους. Τον φανταζόταν αν όχι γιατρό τουλάχιστον αρχιτέκτονα ή πολιτικό μηχανικό…
Άλλωστε τί ξόδεψαν τόσα λεφτά σε φροντιστήρια?
Για ένα ΤΕΙ και για να δουν το γιο τους να φτιάχνει έπιπλα?
Και πως να αντικρύσουν τη γειτόνισσα την Ευτέρπη ,που ο δικός της ο Βασίλης σπουδάζει ιατρική…
Αμ, και την ξαδέρφη στη Χαλκίδα? Που περιμένει τα ανώτερα από τον Νικόλα?

Όχι ,όχι …Δεν το διαπραγματευόταν καθόλου…Ο Νικόλας πρέπει να περάσει σε μια ανώτερη σχολή…Στο κάτω κάτω ας κρατήσει για ελεύθερη απασχόληση τον έρωτα του με το ξύλο αλλά όχι για το κύριο επάγγελμά του.

Και διάβαζε ο Νικόλας…διάβαζε…όλο το πρωί στο σχολείο ,να ανέχεται τους βαρετούς καθηγητές, που δεν έκαναν τίποτα για να γίνει το μάθημα πιο διασκεδαστικό κι ευχάριστο , παρά έμπαιναν στην τάξη, δίδασκαν ξερά την ύλη που έπρεπε και μετά παραπονιόταν για τους μαθητές που τους έπαιρνε ο ύπνος και τους άλλους που άκουγαν μουσική με τα ακουστικά τους μέσα στο μάθημα…
Κι έπειτα, κάθε απόγευμα στο φροντιστήριο….
Και το βράδυ αργά , καθώς τέλειωνε τις ασκήσεις του, κουρασμένος και θλιμμένος ,ξάπλωνε, μα ο ύπνος δεν τον έπαιρνε…
Σκεφτόταν πόσο τυχερός ήταν ο φίλος του ο Γιάννης, που οι γονείς του δεν τον πίεζαν καθόλου και τον άφηναν μόνο του να βρει τί του ταιριάζει. Πόσο τυχερή ήταν η Ελένη,που το όνειρό της ήταν να γίνει Νηπιαγωγός ,γιατί τρελαινόταν να βρίσκεται με μικρά παιδιά και οι γονείς της δεν είχαν καμια αντίρρηση…
Ενώ αυτός; Αυτός σεβόταν τόσο πολύ τους γονείς του που δεν τους αντιμιλούσε ποτέ, μα μέσα του συσσωρευόταν η καταπίεση και μετατρεπόταν σε ένα κόμπο στο λαιμό του που τον έπνιγε…
Κι έγραψε καλά ο Νικόλας…Κι έπιανε τις σχολές που ήθελαν οι γονείς του…γιατί αυτός ήθελε μόνο να βρει τη δύναμη ,να τους φωνάξει πως επιτέλους ήθελε να ζήσει τη δική του ζωή, να κάνει αυτός τις επιλογές του, να στηριχτεί στο δικό του μυαλό, να νιώσει ελεύθερος, να πειραματιστεί, να δοκιμάσει, να ριψοκινδυνέψει, να σταματήσει να πνίγεται….
Μα πνιγόταν…κι όσο έβλεπε τη μάνα του να τηλεφωνεί και να διατυμπανίζει παντού πως ο Νικόλας της πέρασε πολιτικός μηχανικός, άλλο τόσο τον έσφιγγε ο κόμπος στον λαιμό του…

Ο Νικόλας πέρασε πολιτικος μηχανικός …μα δεν έδειξε καμιά χαρά και κανέναν ενθουσιασμό…
Η Ελένη η φίλη του ,δεν έπιασε τα μόρια για τη σχολή που ήταν γεννημένη και το άδικο σύστημα την έβαλε σε μια άλλη σχολή που δεν την ενδιέφερε καθόλου …
Ο Γιάννης έβαλε στην τύχη σχολές, σαν να έπαιζε τζόκερ,ξέροντας καλά πως άλλο αντικείμενο θα σπουδάσει κι με άλλο θα ασχοληθεί επαγγελματικά,γιατί έτσι γίνεται συνήθως…
Η μαμά του Νικόλα δεν σταματάει να περηφανεύεται για τον κανακάρη της ,γιατί απλούστατα δε γνωρίζει τις κρυφές σκέψεις του Νικόλα. Δε γνωρίζει πως ονειρεύεται τη στιγμή που θα πάρει το πτυχίο και θα της το χαρίσει να το κορνιζώσει και να το χαίρεται πάνω στο κομοδίνο της, κι αυτός να μπει με κατατακτήριες στη σχολή που τόσο επιθυμούσε …θα χάσει τέσσερα χρόνια ,μα μέσα σ’αυτά θα ψάξει να βρει τη δύναμη για να ανοίξει τη φωνή του και να διεκδικήσει την ελευθερία του…

Μ’αυτές τις σκέψεις ταξίδεψε ο Νικόλας για τον τόπο των σπουδών του κι αυτές ήταν που τον κράτησαν τη δεδομένη στιγμή να συνεχίσει να ζει για να πραγματοποιήσει το δικό του όνειρο…
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΙ ΨΑΞΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΣΟΥ!

Αφροδιτη Καρανικου