Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά

Τέλος στην ασυλία των τραπεζικών από την 1η Ιουλίου

Η διάταξη θα ισχύσει, σύμφωνα με το ακροτελεύτιο άρθρο του νομοσχεδίου από 1/7/2024 (οι περισσότερες διατάξεις θα αρχίσουν να ισχύουν από 1/5/24) – Πως άλλαξε η αρχική στάση της κυβέρνησης μετά την αρχική τοποθέτηση Φλωρίδη που προκάλεσε αντιδράσεις

Από 1η Ιουλίου 2024 επέρχεται και τυπικά το τέλος στη αποκαλούμενη ασυλία των τραπεζικών στελεχών, απόρροια των έκτακτων – και βαλλομένων πανταχόθεν – διατάξεων της εποχής των μνημονίων. Τότε με βάση το ΦΕΚ δημοσίευσης του ψηφισμένου πλέον νόμου για τις αλλαγές στους Κώδικες, τοποθετείται η έναρξη ισχύος του συγκεκριμένου (και άλλων) άρθρου, ενώ άλλες διατάξεις θα ισχύσουν από 1η Μαΐου.

Εν ολίγοις πλέον για να διωχθεί για “απιστία” ένα τραπεζικό στέλεχος αρκεί η βούληση της εισαγγελικής αρχής που μπορεί αυτεπαγγέλτως να κινηθεί. Δεν θα υφίσταται δηλαδή ο “κόφτης” της υποχρέωσης να έχει υποβληθεί μήνυση από το ίδιο το τραπεζικό ίδρυμα που “πλήττεται”, κάτι που είχε επικριθεί ως αμνήστευση (εκ των πραγμάτων) των τραπεζικών στελεχών. Η κατάργηση της διάταξης δε εκλαμβάνεται ως μια ακόμα ένδειξη επιστροφής στην κανονικότητα.

Η διάταξη

Πρόκειται για τροποποίηση της παρ.1 του άρθρου 405 ΠΚ από το οποίο απαλείφθηκε η αναφορά πως “αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα απαιτείται έγκληση”.

Έτσι θα διώκονται αυτεπαγγέλτως και χωρίς να υπάρχει ειδική μέριμνα – διάταξη (η οποία καταργείται) για τους τραπεζικούς τα οικονομικά εγκλήματα. Ο Γ. Φλωρίδης είχε αναφερθεί στη διάταξη κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης και όπως φαίνεται τελικά, μετά από διαβουλεύσεις 3 μηνών, η λογική αυτή επικράτησε εντός της κυβέρνησης , δεδομένου ότι οι ειδικές συνθήκες για τις τράπεζες, που είχαν οδηγήσει στη συγκεκριμένη διάταξη (να χρειάζεται έγκληση από τα τραπεζικά ιδρύματα για να διωχθούν τα στελέχη τους) έχουν εκλείψει.

Η θέση Φλωρίδη

Για να φτάσουμε βέβαια εκεί χρειάστηκε μια πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Φλωρίδη, η οποία μετά την αρχική έκπληξη, φαίνεται πως δεν τύγχανε μεγάλης απήχησης στην κυβέρνηση.

Τι θέσεις αυτές είχε καταγράψει στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, ο κ.Φλωρίδης με τη φράση “η απιστία δεν πρέπει να διώκεται κατ’ έγκληση. Δηλαδή αυτοί που διαπράττουν απιστία, πρέπει να κάνουν μήνυση στον εαυτό τους”, και είχε αποτελέσει πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η κυβέρνηση και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μίλησαν για “διαχρονικές και πάγιες θέσεις του Υπουργού. Το θέμα δεν έχει συζητηθεί στο υπουργικό συμβούλιο”.

Η αντιπολίτευση τότε (δια του κ.Φάμελλου) του είχε επιτεθεί, μιλώντας για “προσωπικές απόψεις υπουργού κατά την ανάγνωση προγραμματικών δηλώσεων μιας κυβέρνησης”. Εν τέλει όμως , μετά από 3 μήνες εσωτερικής διαβούλευσης, η “διαχρονική και πάγια” άποψη Φλωρίδη, έγινε και θέση της κυβέρνησης, με τη σύμφωνη βέβαια γνώμη του πρωθυπουργού.

Πως ψηφίστηκε

Το 2019, η νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συνέστησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και αναμόρφωσε άρδην τους Κώδικες , προέβλεψε στο άρθρο 405 για τα αδικήματα της απιστίας ότι: εφόσον ήταν σε βαθμό πλημμελήματος (μέχρι ζημία έως 120.000) και προκειμένου να συνεχιστεί ή να ασκηθεί μια νέα δίωξη θα έπρεπε να προηγηθεί έγκληση (μήνυση) του θύματος π.χ. δηλαδή η διοίκηση από τη διοίκηση ενός φορέα ή μιας τράπεζας κ.λπ.

-Αργότερα η νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συνέστησε η ΝΔ, επέκτεινε αυτή τη διάταξη και για ποσά άνω των 120.000 ευρώ, δηλαδή και για κακουργήματα. Μια διάταξη που συνάντησε έντονες αντιδράσεις.

Η έναρξη ισχύος

Κατά την συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή πάντως υπήρξε αντίδραση εκ μέρους του του ΠΑΣΟΚ, με την τομεάρχη Δικαιοσύνης Μιλένα Αποστολάκη να “σηκώνει” το θέμα της έναρξης ισχύος της διάταξης (1/7/24) , μιλώντας για “3μηνη αμνήστευση κακουργηματικών αδικημάτων”: “Πρακτική συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι οποιαδήποτε κακουργηματική πράξη απιστίας τελεστεί από σήμερα και μέχρι την 30.3.2024 σε βάρος οποιουδήποτε νομικού προσώπου του χρηματοπιστωτικού τομέα θα καταστεί την 30.6.2024 ανέγκλητη και δεν θα μπορεί να διωχθεί ποινικά, εφόσον δεν θα έχει κατατεθεί σχετική έγκληση εντός τριών μηνών (κατά το άρθρο 114 παρ.1 ΠΚ). Αντιθέτως, αν είχε οριστεί η έναρξη ισχύος από την 1.5.2024 (και πολύ περισσότερο από την δημοσίευση του νόμου) δεν θα υπήρχε αυτή η δυνατότητα, καθώς από εκείνη την ημέρα και για τα επόμενα 15 χρόνια (μέχρι την παραγραφή) θα μπορούσε να επέμβει αυτεπαγγέλτως η Εισαγγελία”.

Πηγή